Πάνος Σκουρλέτης | Πολιτικός, πρώην Βουλευτης

Σημεία από τη συνέντευξη του Πάνου Σκουρλέτη στο «Πρώτο Πρόγραμμα» 91.6 και 105.8

 

Αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, αντί της κυβερνητικής πολιτικής προδιαγεγραμμένης χρεοκοπίας

 

Υπάρχει η δυνατότητα, λόγω της μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης της οικονομίας που πέτυχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με τα εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, αντί για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, που μηρυκάζει παρωχημένες πρακτικές οι οποίες μας οδήγησαν στην χρεοκοπία, επεσήμανε ο υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στην Β1 Βόρειου Τομέα Αθηνών, Πάνος Σκουρλέτης, μιλώντας στο «Πρώτο Πρόγραμμα» 91.6 και 105.8 της ΕΡΤ, στον δημοσιογράφο Θάνο Σιαφάκα.

 

Ακολουθούν σημεία της συνέντευξης:

 

Να εστιάσουμε στα προγράμματα και στα προβλήματα του κόσμου

Οφείλουμε όλοι να εστιάσουμε στα προγράμματα και στις προτάσεις. Πιστεύω πραγματικά ότι αυτό είναι που θα κρίνει, τελικά, τις όποιες συνεργασίες. Οικονομία και παιδεία και υγεία, είναι τόσα πολλά τα προβλήματα. Αυτά νομίζω ότι ενδιαφέρουν τον κόσμο και θεωρώ ότι δεν κάνουν καλά όσοι προσπαθούν να αλλάξουν την ατζέντα και να γυρίσουν τη συζήτηση σε άλλα ζητήματα. Δυστυχώς, το μείγμα της προεκλογικής συζήτησης δεν είναι καλό. Ασχοληθήκαμε πολύ λιγότερο με τα πραγματικά προβλήματα και δίνεται η αίσθηση στον κόσμο ότι αυτοί, γι’ αυτό που ενδιαφέρονται είναι για τις θέσεις τους, για τις καρέκλες, ότι είναι τελικά μια άσκηση που αφορά τους πολιτικούς και όχι την κοινωνία και αυτό είναι πάρα πολύ κακό, συνολικά για τη δημοκρατία.

 

Το ΑΕΠ αυτή τη στιγμή είναι πιο κάτω απ’ ότι ήταν το 2011. Διανύσαμε μια τόσο μεγάλη περίοδο με τρομακτική πίεση και μέτρα, μιλάμε αυτή τη στιγμή για κάποιους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά έχουμε χάσει πάνω από δέκα χρόνια, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό συνολικά για το Εθνικό Προϊόν της χώρας, αλλά κυρίως και για το πώς μεταφράζεται αυτό σε παραγωγικές θέσεις, σε κλείσιμο επιχειρήσεων και στον προσανατολισμό της οικονομίας. Μια πολύ μεγάλη αντίφαση έχει περάσει στα «ψιλά». Το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης είναι υψηλότερο από το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης. Υπάρχει ένας εσωτερικός δανεισμός της Κεντρικής Κυβέρνησης από τις επιχειρήσεις, τις πρώην ΔΕΚΟ. Το κράτος δανείζεται από το κράτος. Αυτό θα έπρεπε να είναι μια επισήμανση ότι δεν βαδίζουμε καλά. Θα έπρεπε να ισχύει το αντίθετο στα μεγέθη αυτά.

 

Για το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

Το λέει ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ εδώ και πάρα πολύ καιρό και το αποσιωπά η κυβέρνηση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή του τύπου που δόθηκε μετά το 2010, η οποία  κινούνταν στη λογική της εσωτερικής υποτίμησης μέσω της μείωσης των μισθών, των εισοδημάτων και των αξιών. Αυτό φάνηκε αναποτελεσματικό. Η απάντηση είναι -και είναι η πιο δύσκολη, η μεγάλη πρόκληση- η παρέμβαση στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Μπορεί να γίνει αυτό; Φαίνεται ότι για τα επόμενα 3-4 χρόνια, ακριβώς λόγω του δημοσιονομικού χώρου που είχε δημιουργήσει η ρύθμιση του χρέους από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και με δεδομένα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, αλλά και της δυνατότητας να δανειζόμαστε από τις αγορές χαμηλότοκα, πάλι λόγω της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μπορούμε να κάνουμε κάποιες παρεμβάσεις που να απαντήσουν στις διαχρονικές παθογένειες του εγχώριου παραγωγικού μοντέλου, δηλαδή περισσότερες, ανταγωνιστικές και παραγωγικές θέσεις εργασίας και επενδύσεις στη χώρα. Αυτό δεν το πιάνει κανείς. Η οικονομική πολιτική της ΝΔ μηρυκάζει αποτυχημένες πολιτικές της περιόδου προ του 2010, που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία και δεν απάντησαν στο παραγωγικό έλλειμμα της χώρας. Αυτό νομίζω ότι είναι το βασικό πρόβλημα της χώρας σήμερα.

 

Για τις σύνθετες παραμέτρους των πολιτικών προγραμμάτων και την κοστολόγησή τους

Είναι μια πρακτική που θα μπορούσαμε να τη σκεφτούμε, βεβαίως το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δεν είναι ανεξάρτητη Αρχή. Από τον ιδρυτικό του νόμο είναι ένα εργαλείο του κράτους, ίσως δεν θα έπρεπε να εμπλακεί σε αυτό το έργο. Εκείνο που με ενόχλησε και νομίζω όλους τους πολίτες, ήταν η προσπάθεια εργαλειοποίησης και πλαστογράφησης που έκανε ο κ. Σκέρτσος, εμφανίζοντας σε μια δημόσια συζήτηση ένα χαρτί λέγοντας «ορίστε, έχω την εκτίμηση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ». Αυτό ήταν απαράδεκτο, κατέπεσε και μετά επανήλθε με το θέμα της αξιολόγησης όλων των προγραμμάτων. Η αξιολόγηση των προγραμμάτων και η εκτίμηση του κόστους πρέπει να γίνονται από τους τεχνοκράτες, αλλά ένα πρόγραμμα περιέχει και δυναμικές πολιτικές και παραμέτρους, οι οποίες δεν είναι σταθερές. Λέμε ότι θέλουμε να μειώσουμε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα. Αυτομάτως σημαίνει ότι θα έχεις απώλεια εσόδων, κατά 30 λεπτά, ας πούμε, στο λίτρο. Αυτή η απώλεια, όμως, που θα σημάνει μια μείωση της τελικής τιμής, ενδεχομένως, είναι πιθανό κατά 99%, να αυξήσει και την κατανάλωση. Άρα να υπάρχει μια αναπλήρωση της απώλειας των εσόδων από την αύξηση της κατανάλωσης. Ισχύει και για τον ΦΠΑ, καθώς αυτό το διάστημα είδαμε μελέτες για το πώς οι Έλληνες σήμερα τρώνε πολύ λιγότερο κρέας ή έχουν μειώσει τα τυριά, λέω για τα τυριά επειδή έχουν εκτοξευτεί στα ύψη οι τιμές τους. Εκ των πραγμάτων μια μείωση της τελικής τιμής, μέσω της μείωσης του ΦΠΑ, θα βοηθούσε στην αύξηση της κατανάλωσης, αυτό είναι δεδομένο. Βεβαίως πρέπει να συνδυάζεται και με ελεγκτικούς μηχανισμούς, διότι ενέχει τον κίνδυνο να αναπτυχθούν κερδοσκοπικοί μηχανισμοί.

 

Τα δομικά προβλήματα των δημοσκοπήσεων

Θα επικαλεστώ τις πρόσφατες εμπειρίες των τουρκικών και των κυπριακών εκλογών για να υποστηρίξω ότι οι δημοσκοπικές εταιρείες σε όλο τον κόσμο και εδώ με τη σειρά τους, ίσως με πιο έντονο τρόπο εδώ, εμφανίζουν μια δομική αδυναμία να αποτυπώσουν την «φωτογραφία της στιγμής». Όταν απαντάει κάτω από το 20% σε ένα δείγμα, έχει τη διάθεση να συνεργαστεί με τον δημοσκόπο, η πάγια τακτική είναι να πετάς τη δημοσκόπηση στο καλάθι των αχρήστων. Δεν λέω ότι είναι κατευθυνόμενες, αν και ορισμένες ίσως «φλερτάρουν» με αυτή την λογική, λέω για μια δομική αδυναμία. Μια αστοχία που υπάρχει αυτή τη στιγμή. Στο τέλος κάνουν την ερώτηση, ρωτήστε όλες τις δημοσκοπικές εταιρείες, «τι είχατε ψηφίσει την προηγούμενη φορά;». Με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών του 2019 το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να ήταν κοντά στο 31,5%, λίγο πάνω λίγο κάτω και βγαίνει κάτω από 20%, την άλλη φορά 12%. Ή οι συριζαίοι κάνουν πλάκα ή λένε ψέματα ή υπάρχει αστοχία στο δείγμα. Το έλεγξα αυτό με διάφορους ανθρώπους. Άρα έχω πολύ μικρή εμπιστοσύνη στις δημοσκοπήσεις αυτή τη στιγμή. Έχω εμπιστοσύνη σ’ αυτό που εισπράττω κάθε μέρα, που βλέπουμε μια «βουβή ψήφο» η οποία, όμως, έχει αντικυβερνητικό πρόσημο. Αυτό χαρακτηρίζει αυτές τις εκλογές. Τις προηγούμενες τις χαρακτήριζε το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, τις πιο προηγούμενες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται.

 

Για την επίδραση των αποτελεσμάτων στα πολιτικά κόμματα

Κάθε αποτέλεσμα νομίζω ότι θα γεννήσει ερωτήματα και θα θέσει κάθε κόμμα προ των ευθυνών του να αναζητήσει τις αιτίες του. Εμείς έχουμε πάγιες, δημοκρατικές, συλλογικές διαδικασίες. Δεν είμαστε της λογικής να τα φορτώνουμε σε ένα πρόσωπο -αν έχουμε περίπτωση αποτυχίας- κι έτσι να ξεμπερδεύουμε. Αυτό ήταν η πιο εύκολη λύση για τα κόμματα, για να μη κάνουν ποτέ την αυτοκριτική τους. Γι’ αυτό δεν έχουμε ακούσει ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε τη ΝΔ, να μας πουν γιατί χρεοκόπησε η χώρα. Αν έχουν κάποια ευθύνη. Δεν έχουν κάνει την αυτοκριτική τους. Θεωρούμε, δηλαδή, ότι όταν κάποιο κόμμα χάνει και αλλάζει το πρόσωπο του επικεφαλής, αυτός παίρνει μαζί του και όλες τις αμαρτίες; Δεν υπάρχουν πολιτικές; Δεν έχεις την ανάγκη να απολογηθείς στον κόσμο; Εμείς είμαστε αυτής της σχολής. Εκτιμώ, όμως ότι δεν θα βρεθούμε απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση. Ας κρατήσει ο κ. Μητσοτάκης την «γλύκα» των δημοσκοπήσεων, αλλά θα γευτεί μόνος του την πίκρα του αποτελέσματος.