Η κυβέρνηση κινείται στον ίδιο αδιέξοδο δρόμο του παρελθόντος

 Άρθρο  στην εφημερίδα «Το ΠΑΡΟΝ της Κυριακής»

Μέσα από τον πρόσφατα ψηφισμένο κρατικό προϋπολογισμό η κυβέρνηση προσπάθησε να μας πείσει ότι η Ελλάδα αποτελεί μια οικονομία με ξεχωριστό δυναμισμό και προοπτική. Επικαλέστηκε, δε, τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με αυτούς της ΕΕ. Μας λέει, λοιπόν, η κυβέρνηση: Μα, εδώ έχουμε σχεδόν διπλάσια αύξηση του ΑΕΠ το 2022 σε σχέση με την ΕΕ-27 σε ετήσια βάση και προβλέπεται εξαπλάσια για το 2023. Παραδεχτείτε το όλες και όλοι. Έχουμε ένα οικονομικό θαύμα, επιτέλους, μετά από θυσίες 12 ετών.

Μήπως δεν είναι καθόλου έτσι; Μήπως το θαύμα και άλλα συναφή τα έχουμε ξανακούσει και κυρίως χρυσοπληρώσει; Μήπως έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο όσον αφορά τη σχέση ΑΕΠ Ελλάδας και ΕΕ, όταν υπάρχει μια εξωγενώς δεδομένη ώθηση; Τότε ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο υπέρμετρος δανεισμός, σήμερα η αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας, οι επιχορηγήσεις και το Ταμείο Ανάκαμψης. Έχει ξανασυμβεί, λοιπόν, με εμφατικό τρόπο την περίοδο 2001-2004 και οδήγησε σε στασιμότητα και μετά σε χρεοκοπία. Είναι ένας επικίνδυνος κύκλος της οικονομικής μας δραστηριότητας, που ενσωματώνει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας σε ένα σχέδιο εικονικής ευμάρειας και οικονομικής αυτοχειρίας για την εξυπηρέτηση της εγχώριας μεταπρατικής ελίτ, η οποία συγκροτεί ένα διογκωμένο στρώμα παρασιτισμού, έτοιμο ανά πάσα στιγμή να υποτάξει τις εργατικές και λαϊκές ανάγκες και την παραγωγικές μας δυνατότητες.

Για τέσσερα συνεχόμενα έτη το ΑΕΠ στη χώρα μας είχε, την περίοδο 2001-2004, αυτή την αύξηση σε σχέση με την ΕΕ. Και τότε όροι όπως «Ελληνικό Οικονομικό Θαύμα», «Ισχυρή Ελλάδα» κ.λπ. κατέκλυζαν τη δημόσια συζήτηση. Στην πράξη, αυτό που συνέβαινε ήταν ότι μια εξωγενώς δεδομένη ζήτηση, που είχε προκληθεί και στηριχθεί με δάνεια λόγω της εισόδου στην ΟΝΕ και κυρίως λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, παρουσίαζε ένα «success story» που πίσω του έκρυβε διασπάθιση πόρων, εργατικά ατυχήματα και το βάθεμα της χρεοκοπίας. Το άσχημο βέβαια είναι ότι σε περιόδους χαμηλής ανάπτυξης ή και ύφεσης, στην ΕΕ-27 καταγράφεται η αντίστροφη ακριβώς τάση, και μάλιστα με πολύ πιο ισχυρό και οδυνηρό για την κοινωνία τρόπο.

Σήμερα η κυβέρνηση, χωρίς περιορισμό για τον πληθωρισμό, αλλά αντίθετα με «ελευθέρας» για την εκτίναξή του, ουσιαστικά πίεσε το ελατήριο στα ανώτερα επίπεδα για να μειώσει το χρέος ως προς το ΑΕΠ+ΔΤΚ και έτσι να μπορεί να δανείζεται σε βάθος δεκαετίας ακόμη και με επιτόκια στο 3% και 4%. Η κυβέρνηση, «ελεύθερη» -λόγω της διεθνούς σύρραξης τώρα και της κρίσης δημόσιας υγείας αρχικά- από ύψος σε επιτόκια, ΔΤΚ, έλλειμμα και με εξωγενώς δεδομένη ώθηση από κρατικές και κοινοτικές ενισχύσεις, έζησε τον απόλυτο μακροοικονομικό μύθο. Ισχυρό νόμισμα χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο και με απευθείας αναθέσεις. Κάτι, όμως, που έχει ημερομηνία λήξης. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε πως η ΝΔ βρήκε επίσης ρυθμισμένες αποπληρωμές δημοσίου χρέους σε βάθος 15ετίας.

Η αμοιβαιοποίηση μέρους του δημοσίου χρέους μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης επιβεβαιώνει την αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την ανάγκη αλλαγής του κυρίαρχου ευρωπαϊκού οικονομικού υποδείγματος, όμως η λογική αξιοποίησης των κεφαλαίων του Ταμείου, εκ μέρους της κυβέρνησης, δεν φαίνεται πως θα επηρεάσει το εγχώριο παραγωγικό μοντέλο διευρύνοντας την παραγωγική του βάση.

Για άλλη μια φορά η χώρα μας ακολουθεί μια πορεία ασταθούς και αβαθούς μεγέθυνσης, που επιβεβαιώνεται από τη ραγδαία επιδείνωση στο εμπορικό ισοζύγιο. Αυτή η ανάπτυξη έχει μέσα της το σπέρμα του αυτοχειριασμού της. Η υπέρμετρη αύξηση των εισαγωγών, η οποία υπερκαλύπτει τις εξαγωγές, μας θυμίζει το γνωστό δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο περιβάλλον, βλέπουμε το μερίδιο των αμοιβών της εργασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, που το πρώτο εξάμηνο του 2020 ήταν στο 40%, να έχει κυλήσει στο 37% το 2021 και στο 34% το 2022. Αυτή είναι η πιστοποίηση της ταξικής, μεροληπτικής πολιτικής που ακολουθείται, η οποία γεννάει ανισότητες. Με ποια εργαλεία; Τις ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες δεν αλλάζουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της παραγωγικής βάσης της χώρας, απλώς δημιουργούν νέα ιδιωτικά μονοπώλια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα δίκτυα της ενέργειας. Παράλληλα, η κυβέρνηση προωθεί μεροληπτικά τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε λίγους και συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους. Μια βαθιά ταξική πολιτική, που δεν μπορεί να έχει βάθος λόγω του αντικοινωνικού της χαρακτήρα και που οδηγεί μονοσήμαντα σε συνεχή διεύρυνση των ανισοτήτων και κοινωνική έκρηξη σε βάθος τριετίας. Υπάρχει, λοιπόν, η ανάγκη για μια νέα πολιτική, που θα θέσει ως προτεραιότητα το ζήτημα της αλλαγής του εγχώριου παραγωγικού μοντέλου, με γνώμονα την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την οικολογική προστασία.