Ανεπιτυχής η προσπάθεια του πρωθυπουργού να αποποιηθεί των βαριών πολιτικών ευθυνών του
 
 
Τον έλεγχο της ΕΥΠ τον είχε αναλάβει ο κ. Μητσοτάκης, όχι κάποιος συνεργάτης του.Κατά τη γνώμη του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου, ο πρωθυπουργός ψευδώς υποστήριξε ότι δεν γνώριζε για την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη. Τα αναπάντητα ερωτήματα είναι πολλά και ακόμη και τώρα αποσιωπάται το ζήτημα του δημοκρατικού ελέγχου της ΕΥΠ. Παρακάτω κάποια σημεία της συνέντευξης:
Κατά έναν αδιανόητο τρόπο για μια σύγχρονη Δημοκρατία, ο πρωθυπουργός έριξε τις ευθύνες σε όλους τους άλλους, που δεν τις έχουν κιόλας. Διότι πολιτικές ευθύνες δεν είχε ο κ. Δημητριάδης. Ο ελληνικός λαός, ανέδειξε έναν πρωθυπουργό ο οποίος ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική ευθύνη να πάρει την ΕΥΠ και να την βάλει υπό το Μαξίμου, για να έχει, υποτίθεται, τον άμεσο έλεγχο. Ο κ. Δημητριάδης είναι ο ανιψιός του, είναι ο συνεργάτης του. Άρα, τα όσα είπε χθες περί αντικειμενικής πολιτικής ευθύνης πρώτα απ’ όλα αφορούν τον ίδιο. Ο πρωθυπουργός, δυστυχώς δεν ανέλαβε καμία ευθύνη. Η δήλωσή του έρχεται δε, σε συνέχεια απανωτών ψευδών δηλώσεων και μιας προσπάθειας αγνόησης της πραγματικότητας και των γεγονότων από πρωτοκλασάτα στελέχη της κυβέρνησής του, τον κ. Γεραπετρίτη στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, τον κ. Πιερρακάκη, οι οποίοι μέχρι πρότινος μας έλεγαν ότι δεν υπάρχει θέμα παρακολουθήσεων.
Το μεγάλο αντιδημοκρατικό ολίσθημα από τη χθεσινή δήλωση του πρωθυπουργού, είναι το εξής: μίλησε για «νόμιμη παρακολούθηση». Δεν νοείται νόμιμη παρακολούθηση βουλευτή, ευρωβουλευτή, πολύ περισσότερο του αρχηγού του τρίτου πολιτικού κόμματος. Ως προς αυτό σας παραπέμπω και στη χθεσινή παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος με την ιδιότητα του συνταγματολόγου νομίζω ότι έβαλε το ορθό πλαίσιο γύρω από αυτό το ζήτημα.
Ο κ. Βορίδης απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημά μου γιατί ο πρωθυπουργός είπε, με το διάγγελμά του στον ελληνικό λαό, ότι «αν το γνώριζα θα το είχα αποτρέψει». Άρα εδώ υπάρχει μία πολιτική διάσταση, πολιτική ευθύνη θα συμπλήρωνα, του ίδιου του πρωθυπουργού, ο οποίος, ψευδώς κατά τη γνώμη μου, λέει ότι δεν γνώριζε. Λέω ψευδώς, διότι όλο το σημερινό πλέγμα που έχει στηθεί κάτω από τον εύηχο όρο «επιτελικό κράτος», είναι ένα αυταρχικό, συγκεντρωτικό σύστημα υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το οποίο απ’ ότι φαίνεται εργαλειοποιεί την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και υπονομεύει ευθέως τη δημοκρατία, στη βάση αυτών των αποκαλύψεων που είχαμε. Σήμερα διάβαζα ότι μπορεί, ενδεχομένως, να υπάρχουν 15 – 16 άλλα πολιτικά πρόσωπα τα οποία παρακολουθούνται. Εδώ, λοιπόν, πέρα από τις καλές προθέσεις και τα συνταγματικά άλματα και ερμηνείες του κ. Βορίδη, υπάρχει το θέμα του απόρρητου των συνδιαλέξεων που αφορά τους πάντες και βεβαίως της ιδιαίτερης προστασίας των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού. Σε αυτά δεν υπάρχει απάντηση.
Ο κ. Μηστοτάκης παρενέβη παίρνοντας υπό την ευθύνη του την ΕΥΠ. Δεύτερον, άλλαξε τον νόμο σε σχέση με τα προσόντα του επικεφαλής της ΕΥΠ και, ως προς αυτό που επικαλέστηκε πριν από λίγο ο κ. Βορίδης αναφερόμενος στον κ. Ανδρουλάκη, «μα γιατί δεν πάει να ενημερωθεί;», παρενέβη η ΝΔ και αρνείται στους παρακολουθούμενους να θέσουν το ερώτημα και να ενημερωθούν για τους λόγους της παρακολούθησής τους. Ήταν μια παρέμβαση που έκανε στο θεσμικό πλαίσιο. Μιλάμε, λοιπόν, για μια αλαζονική, αυταρχική, αντιδημοκρατική πρακτική και αντίληψη. Γι’ αυτή πρέπει να απολογηθεί ο κ. Μητσοτάκης και να αναλάβει τις ευθύνες του.
Ενώ χθες μίλησε, προσχηματικά απ’ ότι φαίνεται, για έλεγχο της ΕΥΠ, για επαναξιολόγηση του πλαισίου ελέγχου, έλειψε μια κρίσιμη φράση σε σχέση με τον πολιτικό προσδιορισμό αυτού του ελέγχου: ο δημοκρατικός έλεγχος. Αυτόν φαίνεται ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν τον μπορεί, έχει δυσανεξία στις δημοκρατικές λειτουργίες του πολιτεύματος. Σήμερα, λοιπόν, υπάρχει η ανάγκη για ένα δημοκρατικό μέτωπο αποκατάστασης της λειτουργίας των θεσμών στον τόπο μας.