Το 2021 ο νεοφιλελευθερισμός της ΝΔ διεύρυνε τις ανισότητες και έβλαψε την κοινωνία, το 2022 ήρθε η ώρα να ηττηθεί
 
📰 Άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΟ ΠΑΡΟΝ της Κυριακής | 9/1/2022
 
Στο ξεκίνημα κάθε χρονιάς γεννιούνται νέες ελπίδες και προσδοκίες, πολύ περισσότερο φέτος, μιας και η χρονιά που πέρασε ήταν καταθλιπτική απ’ όλες τις απόψεις. Μέσα από την τραγικότητά της αναδείχθηκαν, σε όλες τις διαστάσεις τους, ο πραγματικός χαρακτήρας και οι επιπτώσεις της κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν πιστεύω πως οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να διολισθαίνουν στον λαϊκισμό και στην ανέξοδη καταγγελία, για να στηρίξουν την πολιτική τους παρουσία. Πιστεύω, όμως, ακράδαντα ότι αν είχαμε μια άλλη κυβέρνηση τα πράγματα θα είχαν κυλίσει καλύτερα σε όλα τα επίπεδα. Οι περισσότεροι κατανοούν πλέον, δυο χρόνια μετά της εμφάνιση της Covid-19, πως η κυβέρνηση συνειδητά επέλεξε να κάνει τα λιγότερα δυνατά για τη στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας. Για λόγους που σχετίζονται με τον ακραίο, νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της πολιτικής της, αρνήθηκε να προβεί σε μαζικές προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού, να προχωρήσει σε γενναίες αυξήσεις στους μισθούς τους, να εντάξει τους υγειονομικούς της πρώτης γραμμής στο καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών, να εκπονήσει ένα ολιστικό σχέδιο στήριξης του ΕΣΥ. Μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά; Ασφαλώς. Απλώς δεν ήθελε. Τα αποτελέσματα των επιλογών της επιβάρυναν και εξακολουθούν να επιβαρύνουν με τραγικό τρόπο την κοινωνία. Τη διαπίστωση αυτή δεν την κάνει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αποτελεί το βασικό συμπέρασμα της μελέτης των Τσιόδρα – Λύτρα, που μόνο για αντιπολιτευτική διάθεση δεν μπορούν να κατηγορηθούν. Ακόμα και στην εκστρατεία του εμβολιασμού η κυβέρνηση ήταν φοβική και αναποτελεσματική, γιατί η ιδεοληπτική προσέγγισή της στο θέμα της ατομικής ευθύνης την έκανε να υποβαθμίσει τη διάσταση της κοινωνικής ευθύνης και αλληλεγγύης καθώς και της επιστημονικής τεκμηρίωσης.
Τη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία και τον βαθιά αντικοινωνικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής δεν τον συναντά κάποιος μόνο στον τομέα της υγείας. Τον βλέπουμε ακόμα πιο ηχηρό στα θέματα της οικονομίας. Η αυταπάτη πως η αγορά μπορεί, μέσα από την αυτορρύθμισή της, να ξεπεράσει τα προβλήματά της οδήγησε και εδώ την κυβέρνηση να αφήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στην τύχη τους, αντιμέτωπες από τη μία με τα περιοριστικά μέτρα λόγω πανδημίας και από την άλλη με ένα τσουνάμι ακρίβειας. Το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί για εκείνους που το έχουν λιγότερο ανάγκη, ενώ τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνονται ολοταχώς στα χέρια λίγων, αφήνοντας μια ευκαιρία για αλλαγή στον εγχώριο παραγωγικό μοντέλο να πάει χαμένη.
Την ίδια στιγμή, ξεπερασμένες και βαθιά ταξικές συνταγές των προηγούμενων δεκαετιών υποβαθμίζουν ακόμα περισσότερο τον κόσμο της εργασίας, ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών υποδομών της χώρας, όπως τα δίκτυα ενέργειας, αποστερούν το κράτος από βασικά εργαλεία άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής. Που οδηγούν όλα αυτά; Σε νέες ανισότητες και σε συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε έναν στενό κύκλο επιχειρηματιών.
Στον τομέα της παιδείας υψώνονται νέα εμπόδια στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, ενώ η υποτιθέμενη φιλοπεριβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης βραχυκυκλώθηκε στα μπρος-πίσω σε σχέση με το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων αλλά και με την υποβάθμιση της Επιθεώρησης Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ.
Τι έχει μένει τελικά από τα δυόμισι χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ; Ένας ακριβοπληρωμένος επικοινωνιακός σχεδιασμός με σκοπό τη χειραγώγηση της κοινωνίας και όπου αυτός δεν είναι αποτελεσματικός, επιστρατεύονται η καταστολή και ο αυταρχισμός.
Πόσο χειρότερη, λοιπόν, μπορεί να είναι η νέα χρονιά; Μόνο αν παραμείνει στην κυβέρνηση η ΝΔ και συνεχίσει το αντικοινωνικό της έργο. Οι αντικειμενικές συνθήκες υπάρχουν και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αξιοποιώντας κάθε ημέρα που περνά, οφείλει να εργαστεί για την όσο πιο σύντομη απαλλαγή της χώρας από την παρούσα κυβέρνηση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κατόρθωσε να κερδίσει δύο φορές την κυβέρνηση το 2015 και να εδραιωθεί στην πολιτική ζωή εδώ και μία δεκαετία, επειδή εξέφρασε τα αιτήματα ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Συγκρούστηκε με τις δυνάμεις που χρεοκόπησαν τη χώρα και τις δυνάμεις της διαπλοκής. Διεκδίκησε μια διαφορετική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, έξω από τα όρια του νεοφιλελευθερισμού, ενώ όταν βρέθηκε στην κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Συμβιβάστηκε αλλά δεν εγκατέλειψε το έδαφος της Αριστεράς. Σήμερα αποτελεί τον κορμό του ευρύτερου προοδευτικού χώρου και έχει όλες τις προϋποθέσεις για να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειοψηφίας του κόσμου, κατανοώντας πλήρως τις βαθύτερες αιτίες και τους λόγους που τον έφεραν στο προσκήνιο, μέσα από μια δύσκολη και αντιφατική πορεία των προηγούμενων ετών.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν υπήρξε ποτέ ένα φοβικό κόμμα, ακόμα και όταν κατέγραφε μικρά ποσοστά. Ήταν πάντοτε εκείνη η δύναμη της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς με την αντίληψη συμμαχιών με όρους και προϋποθέσεις. Που δεν φοβόταν να δοκιμάζει τις ιδέες του και τις προτάσεις τους, χωρίς να χάνει τη στρατηγική του κοινωνικού μετασχηματισμού. Πολλοί θα ήθελαν έναν ακίνδυνο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, μέρος ενός νέου, συναινετικού δικομματισμού, άμορφου, ασπόνδυλου, με εγκατάλειψη του σύγχρονου αριστερού χαρακτήρα του. Όμως η εποχή μας, μια εποχή πολύμορφης και πολλαπλής κρίσης, έχει ανάγκη από έναν ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με προτάσεις και ιδέες στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης, που έχει οδηγήσει τη χώρα και την Ευρώπη στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση.