Η αντιμεταρρυθμιστική πολιτική της ΝΔ στην Αυτοδιοίκηση κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη συγκρότησης ενός αριστερού προοδευτικού ρεύματος
Άρθρο μου στο iEidiseis
 
Η ζημιά που έχει υποστεί η Αυτοδιοίκηση είναι μεγάλη και η παρέμβασή μας πρέπει να εμπλέκει σοβαρά σχήματα και επιλογές που θα κατορθώσουν να ενεργοποιήσουν ένα πλειοψηφικό ρεύμα μέσα στην κοινωνία.

Το τίμημα της δήθεν «κυβερνησιμότητας» αποδείχθηκε ιδιαίτερα υψηλό για την Τοπική Αυτοδιοίκηση τα τελευταία χρόνια, καθώς τα προβλήματά της διογκώνονται, η υπόθεση της λαϊκής συμμετοχής απαξιώθηκε και ένας βαθιά συντηρητικός, αντιδημοκρατικός συγκεντρωτισμός, οδήγησε σε ένα δημαρχοκεντρικό μοντέλο που πλήττει τον θεσμό και την πραγματική αντιπροσώπευση των πολιτών στα εκλεγμένα όργανα.

Τα δυόμιση χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, δεν παραπέμπουν μόνο σε μια χαμένη ευκαιρία για την Αυτοδιοίκηση. Είναι η περίοδος υλοποίησης μιας ακραίας αντιμεταρρύθμισης, η οποία βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και απειλεί να ανατρέψει τελείως τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, έτσι όπως έχει καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών και οριοθετείται από το Σύνταγμα.

Οι μεγάλες τομές της περιόδου 2015 – 2019, με τις οποίες επιδιώχθηκε να τεθούν οι βάσεις για τη μετάβαση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο μέλλον, ανατράπηκαν υπέρ μιας Αυτοδιοίκησης που εξαρτάται όλο και περισσότερο από το κράτος, πιέζεται να ιδιωτικοποιήσει βασικές υπηρεσίες της και, κυρίως, να εγκαταλείψει τα όποια αυτοδιοικητικά χαρακτηριστικά διέθετε. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η αύξηση της οικονομικής επιβάρυνσης των δημοτών, που θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αλλά και η γέννηση νέων, πολυεπίπεδων ανισοτήτων, εντός και μεταξύ των δήμων.

Το αυθεντικό κύτταρο δημοκρατίας, απειλείται να μετατραπεί σε ένα γραφείο αναθέσεων έργων με ασφυκτικά περιορισμένες επιλογές, όπου η γνώμη των πολιτών θα είναι αδιάφορη, ενώ ακόμη και οι αιρετοί θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε μονόδρομους εμπλοκής ιδιωτών για προσφορά υπηρεσιών αμφιλεγόμενης ποιότητας.

Από το 2015 και έπειτα, επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, ξεκίνησε μια επίπονη προσπάθεια προκειμένου να υλοποιηθούν ριζικές τομές και στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία είχε πληγεί τα χρόνια των μνημονίων, αν και αναδείχθηκε σε μεγάλο στήριγμα του δοκιμαζόμενου πληθυσμού της χώρας. Βασικός πολιτικός στόχος των ήταν η θεσμική ενδυνάμωση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού, η βελτίωση της οικονομικής και αναπτυξιακής λειτουργίας τους, η εμβάθυνση της δημοκρατίας και η διασφάλιση της πραγματικής συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, όσο και στον έλεγχό τους.

Οι κύριες αρχές αυτής της πολιτικής συμπυκνώνονταν στο τετράπτυχο

δημοκρατία, συμμετοχή, αλληλεγγύη, ανάπτυξη με ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ. Στη βάση αυτών των αρχών και έπειτα από έναν εξαντλητικό διάλογο, υλοποιήθηκαν και δρομολογήθηκαν μια σειρά από σοβαρές αλλαγές. Θυμίζω ενδεικτικά:

Τον Νόμο 4555/18, τον «Κλεισθένη 1», με τον οποίο θεσπίστηκε το σύστημα της απλής αναλογικής στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου να αποτυπώνονται οι πραγματικοί συσχετισμοί στις τοπικές κοινωνίες. Με τον ίδιο νόμο ενισχύθηκε και ο ρόλος των τοπικών συμβουλίων στις δημοτικές κοινότητες. Παρά την κινδυνολογία της ΝΔ και εκείνων των αιρετών που προτιμούσαν το πλειοψηφικό σύστημα, η απλή αναλογική συνοδεύτηκε από διατάξεις για την εξασφάλιση της λειτουργικότητας των εκλεγμένων οργάνων και τη διασφάλιση προγραμματικών συνεργασιών και συνθέσεων, μακριά από φαινόμενα συναλλαγών «κάτω από το τραπέζι».

Τη νέα κατηγοριοποίηση των δήμων, που αποτύπωσε πιστότερα τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες τους, για δικαιότερη χρηματοδότηση. Ήδη από το 2017 υπήρξαν επιπρόσθετες χρηματοδοτήσεις για ορεινούς και μικρούς νησιωτικούς ΟΤΑ, που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν σε ύψος την ετήσια, τακτική τους χρηματοδότηση.

Τη θέσπιση των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας ΟΤΑ στη βάση σύγχρονων διαδικασιών ελέγχου νομιμότητας των πράξεων, προκειμένου να επισπευτούν οι χρόνοι και να ασκείται ουσιαστικός έλεγχος.

Την ενεργοποίηση και επέκταση το θεσμού των δημοψηφισμάτων, για να μπορεί να καταγραφεί άμεσα η γνώμη του πολίτη σε κρίσιμα ζητήματα και να ενισχυθεί ο δεσμός του με την Αυτοδιοίκηση.

Την πρόβλεψη για τις μικτές Διυπουργικές Επιτροπές Ανακαθορισμού Αρμοδιοτήτων και Διαδικασιών, εντός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και σε σχέση με τα υπουργεία.

Την ίδια περίοδο αναπτύσσεται ένας ειλικρινής διάλογος με τους αιρετούς, για τους οποίους οι πόρτες του υπουργείου ήταν πάντα ανοιχτές. Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε η ιδέα του «ΦιλόΔημου», ενός χρηματοδοτικού προγράμματος που συγκέντρωσε την καθολική αποδοχή των δήμων της χώρας, καθώς ήταν προσαρμοσμένο στις πραγματικές ανάγκες τους και έδωσε τη δυνατότητα να κινηθούν ξεχασμένα έργα βασικών υποδομών. Ήταν τόση η επιτυχία του, που έγινε γνωστός και στους δημότες. Εξαιρετική ήταν η συμβολή των αρμόδιων υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών, που προσέγγισαν αυτή την προσπάθεια με επαγγελματισμό, αλλά και με φιλότιμο. Αυτή την πλευρά των εργαζομένων του υπουργείου τη συνάντησα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της θητείας μου και ήταν ενδεικτική για τις μεγάλες δυνατότητες και την αίσθηση ευθύνης του υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου προσωπικού στον Δημόσιο Τομέα, το οποίο συχνά λοιδορείται.

Ένας ακόμη σταθμός στην προσπάθειά μας να στηριχθεί ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ήταν και ο πρώτος – μετά το 2010 – μεγάλος διαγωνισμός πρόσληψης μόνιμου προσωπικού στην καθαριότητα, η περίφημη προκήρυξη «3Κ» του ΑΣΕΠ. Μέσα σε ακραίες συνθήκες μνημονιακών περιορισμών και πιέσεων, υλοποιήθηκε μια διαδικασία περίπου 8.500 προσλήψεων με βάση τις ανάγκες που οι ίδιοι οι δήμοι κατέγραψαν. Εκτός από την άρση της «ομηρίας» των συμβασιούχων εργαζομένων, το μέτρο ενδυνάμωσε τις υπηρεσίες καθαριότητας των δήμων, προκειμένου να υλοποιούν το έργο τους βασιζόμενες σε δικές τους δυνάμεις.

Δίπλα στις μεγάλες τομές, υπήρξαν δεκάδες μικρότερες ρυθμίσεις, οι οποίες είτε υπάκουσαν σε διαχρονικά αιτήματα των δήμων είτε έσκυψαν πάνω από τα προβλήματα των εργαζομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο, δόθηκαν λύσεις για τη διασφάλιση της παροχής των απαιτούμενων Μέσων Ατομικής Προστασίας στους εργαζόμενους και έγινε επέκταση των δικαιούχων. Επίσης ανανεώθηκαν Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας του προσωπικού των ΟΤΑ και απεγκλωβίστηκαν οι δήμοι που είχαν δικαστικές διαφορές με το προσωπικό τους.

Η υπόθεση της Αυτοδιοίκησης που είχε, και που συνεχίζει να έχει, ανάγκη η χώρα, καθώς και των αντικειμενικών δυσκολιών για την προώθηση των αναγκαίων αλλαγών δεν προσεγγίστηκε ερήμην του κόμματος. Στο πλαίσιο του διακριτού ρόλου τους κόμματος έναντι της κυβέρνησης ότι ο «Κλεισθένης 1» συζητήθηκε και εγκρίθηκε από την Κεντρική Επιτροπή ΣΥΡΙΖΑ Εξάλλου, τον Μάιο του 2018, η ΚΕ έλαβε συγκεκριμένες αποφάσεις στρατηγικής για τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019.

Δυστυχώς, το γεγονός ότι συνέπεσαν οι εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση με τις ευρωεκλογές έδωσε έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα στην αναμέτρηση. Προσωπικά υποστήριζα ότι η χρονική σύμπτωση των δύο αναμετρήσεων θα λειτουργούσε αρνητικά, όπως και έγινε, υπό την πίεση και του ισχυρότατου αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου, το οποίο δεν έκανε διακρίσεις στην πολεμική του.

Σ’ αυτό το τοξικό κλίμα οφείλεται ότι ακόμη και δήμαρχοι που είχαν εκλεγεί με την ευρύτερη υποστήριξή μας, έσπευσαν να κρατήσουν αποστάσεις και να αποκλείσουν απευθείας και εμφανείς συσχετισμούς με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Παρ’ όλα αυτά, από τα 250 σχήματα που υποστηρίξαμε σε όλη την Ελλάδα, πάντοτε έξω από τη λογική των «χρισμάτων» και με σεβασμό στην αυτονομία τους, τα 55 είχαν πλειοψηφικές επιδόσεις στις εκλογές. Τα σχετικά στοιχεία είναι δημόσια και οκαθένας μπορεί να τα διασταυρώσει. Προφανώς το τελικό αποτέλεσμα δεν μας ικανοποίησε, ήταν κατώτερο των προσδοκιών και με διαφοροποίηση, σε αρκετές περιπτώσεις, των συνεργατικών χαρακτηριστικών που επιδιώκαμε. Σε αυτό συνέβαλαν σε κάποιες περιπτώσεις επιλογές υπό την πίεση των περιστάσεων, καθώς όλοι αιφνιδιάστηκαν από τη μετάθεση των εκλογών.

Στη βάση αυτών των συνθηκών και γεγονότων καταγράφηκε η κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων στον αυτοδιοικητικό χάρτη της χώρας.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η ΝΔ έχει εναντιωθεί σε κάθε αλλαγή στην Αυτοδιοίκηση, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως μιας πολιτικής δύναμης που δεν είχε συνεισφέρει το ελάχιστο στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΤΑ. Ωστόσο, από το 2019 και έπειτα, εκκινώντας από το έδαφος ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού, μετατρέπεται και σε μια δύναμη καταστροφικής οπισθοδρόμησης.

Μόλις μερικές εβδομάδες μετά την εκλογή της, ξεκινά να ξηλώνει τον «Κλεισθένη 1» και να διαστρεβλώνει την λαϊκή βούληση, όπως αυτή εκφράστηκε στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019, αφαιρώντας βασικές αρμοδιότητες από τα δημοτικά-περιφερειακά συμβούλια, τις οποίες αναθέτει στην ελεγχόμενη από το Δήμαρχο ή τον Περιφερειάρχη Οικονομική Επιτροπή. Οι αυτοδιοικητικές αρχές εκλέχθηκαν βάσει ενός θεσμικού πλαισίου που μεταβλήθηκε πριν προλάβει να εφαρμοστεί.

Τους επόμενους μήνες δημιούργησε μηχανισμούς ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών των Δήμων και αδιαφανών διαδικασιών προσλήψεων, μέσω συμβάσεων σε Αναπτυξιακούς Οργανισμούς και, τελικά, διασπάθισης δημοσίου χρήματος. Ταυτόχρονα οι Δήμοι παραμένουν υποστελεχωμένοι.

Την ίδια περίοδο προσπαθεί με κάθε τρόπο να σβήσει από τη συλλογική και αυτοδιοικητική μνήμη το πλέον επιτυχημένο πρόγραμμα «ΦιλόΔημος», όχι μόνο με λάσπη κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αλλά και με παλινωδίες που επέφεραν καθυστερήσεις και μεγάλα προβλήματα στην υλοποίηση σημαντικών αναπτυξιακών έργων. Η μετονομασία του σε «Αντώνης Τρίτσης», συνοδεύτηκε από την αλλαγή στη διαδικασία αξιολόγησης και έγκρισης των έργων, με τον ρόλο του Υπουργού Εσωτερικών να είναι καθοριστικός.

Τον περασμένο Ιούνιο, η κυβέρνηση προχώρησε με τον νόμο 4804/21 στην κατάργηση της απλής αναλογικής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, εισάγοντας διατάξεις που δημιουργούν μια κατάσταση χειρότερη από πριν, αφού πλέον αρκεί το 43%+1 ψήφος για να εκλεγεί ο νέος δήμαρχος από την πρώτη Κυριακή και η παράταξή του καταλαμβάνει το 60% των εδρών, ο αριθμός των οποίων μειώθηκε στις περισσότερες περιπτώσεις. Επιπρόσθετα, για να μην έχει καμία ελπίδα κάποιο μικρό εγχείρημα και η πρόσδεση στους «ισχυρούς» της Αυτοδιοίκησης να αποτελεί μονόδρομο, θέσπισε πλαφόν ύψους 3% για την είσοδο στο δημοτικό συμβούλιο.

Αυτά τα, περίπου δυόμιση, χρόνια διακυβέρνησης, η ΝΔ έδειξε με πολλούς ακόμη τρόπους την αυτοδιοικητική ασυνειδησία της. Για παράδειγμα, επέτρεψε και πάλι να αποτιμώνται σε χρήμα τα Μέσα Ατομικής Προστασίας. Αναγκάζει εκ νέου τους δήμους να επιδίδονται σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, στερώντας τους την επιλογή να μην ασκήσουν έφεση σε υποθέσεις εργατικών διαφορών στις οποίες εμπλέκονται. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων παρέμεινε στο επίπεδο των εξαγγελιών.

Αρνήθηκε να λάβει υπόψη της την Τοπική Αυτοδιοίκηση για ένα πλήθος νομοσχεδίων που εισηγήθηκε. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του νομοσχεδίου για την Χωροταξική και Πολεοδομική νομοθεσία, που η ΚΕΔΕ είχε ζητήσει την απόσυρσή του, καθώς καμία από τις προτάσεις της δεν έγινε δεκτή.

Στο φόντο αυτών των εξελίξεων, η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται σήμερα με αρκετές υποσχέσεις στα χέρια της, αλλά και με πολλά άλυτα προβλήματα, ενώ είναι σημαντικά επιβαρυμένη οικονομικά από τις συνέπειες της πανδημίας. Θεσμικά αποδυναμωμένη, στερείται ενός πολιτικού οράματος που θα φέρει τον πολίτη στο επίκεντρο και πραγματικά αποτελέσματα στο επίπεδο της τοπικής διοίκησης. Η δε απειλή των «Δήμων ΑΕ», είναι ισχυρότερη από ποτέ.

Αυτή η πραγματικότητα απαιτεί συγκεκριμένες προτάσεις και μια στρατηγική θεώρηση και επικαιροποίηση όλων των μεγάλων προταγμάτων, για ουσιαστική αλλαγή και ενίσχυση της τοπικής δημοκρατίας, της συμμετοχής των πολιτών, της αλληλεγγύης και της ανάπτυξης. Η άρνηση των συνεπειών της Δεξιάς διακυβέρνησης πρέπει να συνδυαστεί από μια προσπάθεια για ευρύτατα αυτοδιοικητικά σχήματα, στη βάση προγραμματικών συναντήσεων με ένα προοδευτικό, αριστερό πρόσημο. Η ζημιά που έχει υποστεί η Αυτοδιοίκηση είναι μεγάλη και η παρέμβασή μας πρέπει να εμπλέκει σοβαρά σχήματα και επιλογές που θα κατορθώσουν να ενεργοποιήσουν ένα πλειοψηφικό ρεύμα μέσα στην κοινωνία.