Η ραγδαία συρρίκνωση του δικτύου των τραπεζικών καταστημάτων μπορεί και πρέπει να σταματήσει
 
Η ανάκληση της απόλυσης και αναστολής εργασίας σε εργαζομένους στην Attica Bank μπορεί και πρέπει άμεσα να επιτευχθεί
 
Δήλωση | 1/7/2021
 
Η στρατηγική συρρίκνωσης του δικτύου καταστημάτων των ελληνικών τραπεζών σε όλη την χώρα, που ξεκίνησε σχεδόν μια δεκαετία πριν ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης, εντείνεται το τελευταίο διάστημα και με το ξέσπασμα της πανδημίας που, μεταξύ άλλων, αύξησε έντονα τις ψηφιακές υπηρεσίες και συναλλαγές, ανοίγοντας ίσως ένα παράθυρο ευκαιρίας στις Τράπεζες για επίσπευση της υλοποίησης αυτής της στρατηγικής με καταστρατήγηση μάλιστα των εργασιακών δικαιωμάτων. Η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών και των συναλλαγών, με τη συνεπαγόμενη αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ θα έπρεπε να οδηγήσει σε βελτίωση των όρων εργασίας, μείωση του χρόνου εργασίας, αύξηση των μισθών και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης, δυστυχώς χρησιμοποιείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Πέρα από τη σημαντική μείωση του αριθμού των τραπεζικών καταστημάτων, που προκαλεί αλυσιδωτές συνέπειες σε όλο το φάσμα της οικονομίας, η στρατηγική αυτή οδηγεί πλέον εργαζόμενους σε απολύσεις και αναστολές συμβάσεων εργασίας αφού τα προγράμματα «εθελουσίας» εξόδου των Τραπεζών μετατρέπονται σε εργαλεία εκβιασμού, με το ωμό δίλημμα «εθελουσία ή απόλυση» και γίνονται τελικά όχημα για καταχρηστικές απολύσεις.
Σε αυτή τη λαίλαπα, με τις αλυσιδωτές συνέπειες η κυβέρνηση του κου Μητσοτάκη είναι εκκωφαντικά απούσα. Όχι μόνο δεν προέβλεψε και δεν πήρε έγκαιρα μέτρα, ακόμα και στο πλαίσιο αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας και της ψηφιοποίησης μεγάλου όγκου συναλλαγών λόγω των περιορισμών για την αντιμετώπιση του COVID – 19, όχι μόνο δεν παρεμβαίνει στοιχειωδώς μέσω των αρμόδιων Υπουργείων και των ελεγκτικών μηχανισμών της Πολιτείας ώστε να συμβάλει και να οδηγήσει σε μια διαφορετική αντιμετώπιση της κατάστασης, όπως έπραξε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στο βαθμό του εφικτού σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, αλλά ουσιαστικά με την ψήφιση πρόσφατα του πιο αντεργατικού νόμου των τελευταίων δεκαετιών έστρωσε το θεσμικό έδαφος ώστε να υπάρξει κορύφωση του προβλήματος για την κοινωνία και τον κόσμο της εργασίας.
Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το «λουκέτο» στο κατάστημα της Attica Bank στον Πύργο Ηλείας. Με το κλείσιμο του καταστήματος, επιδόθηκε η απόλυση σε έναν εργαζόμενο ενώ η σύμβαση ενός ακόμα εργαζόμενου τέθηκε σε αναστολή. Οι δύο αυτοί εργαζόμενοι επέλεξαν να μην κάνουν χρήση του προγράμματος εθελουσίας, που τελικά καθίσταται καταναγκαστική. Η απαράδεκτη αυτή απόφαση, για την οποία υπήρξε μαζική συλλογική αντίδραση με απεργιακή κινητοποίηση 29.06.2021 από το σύνολο των εργαζομένων στην τράπεζα, πρέπει άμεσα να ανακληθεί.
Άλλωστε βρισκόμαστε σε μια εξελισσόμενη αρνητική συνθήκη καθώς από την πλευρά της Τράπεζας έχει γίνει γνωστό ότι έπεται άμεσα κλείσιμο και άλλων καταστημάτων και στην Αττική (βλ. Χαλάνδρι, Μαρούσι, Άγιο Δημήτριο, Κερατσίνι, κ.α.), που συνεπάγεται και νέους εκβιασμούς και επί της ουσίας την απονέκρωση της Επιχειρησιακής αλλά και της Κλαδικής Σύμβασης Εργασίας που ρητά κάνει μνεία στην προστασία του συνόλου των θέσεων εργασίας. Με αυτές τις πρακτικές μετατρέπεται ευθέως η διαδικασία της εθελουσίας εξόδου σε εργαλείο εκβιασμού και στη συνέχεια σε καταχρηστική απόλυση, οδηγώντας τους εργαζόμενους και τις οικογένειες τους στην ανεργία και στην αβεβαιότητα.
Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις προσπαθούν μέσα στην πανδημία να ανατάξουν τις ζωές τους και τις οικονομικές τους δραστηριότητες και χρειάζονται διευκολύνσεις και άμεση επικοινωνία με τα τραπεζικά ιδρύματα. Στην αντίπερα όχθη συνεχώς εκτελείται ένα σχέδιο τεράστιας συμπίεσης του εργασιακού κόστους, από-ειδίκευσης της εργασίας και υποβάθμισης των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τη μεγάλη μάζα των πολιτών αδιαφορώντας για τις δυσκολίες που καθημερινά δημιουργούνται με αυτές τις αποφάσεις και δίνοντας το μήνυμα ότι όποια μεγέθυνση θα υπάρξει στην οικονομία δεν θα έχει απτά και βιώσιμα θετικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους και τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ έχει ήδη φέρει το θέμα της συρρίκνωσης του δικτύου των τραπεζικών καταστημάτων στη Βουλή με δύο ερωτήσεις, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, όπου η κυβέρνηση μέσα από τα ερωτώμενα Υπουργεία δεν απαντάει τίποτα ουσιαστικά και αφήνει το θέμα στις Διοικήσεις των Τραπεζών. Στην πράξη όμως όλο αυτό το διάστημα κυβέρνηση και διοικήσεις τραπεζών αγνοούν παντελώς τις διαμαρτυρίες τοπικών κοινωνιών (ειδικά σε περιπτώσεις ορεινών, ημιορεινών δήμων, ακριτικών ή/και νησιωτικών περιοχών κ.α.) και την αγωνία των εργαζομένων για την εργασία τους ενώ οδηγούν σε συνεχείς χρεώσεις εκατομμύρια πολίτες μέσα από τις ψηφιακές συναλλαγές καθώς ουσιαστικά με το κλείσιμο καταστημάτων σε αρκετές περιοχές τις καθιστούν ως το μοναδικό μέσο για την υλοποίηση βασικών συναλλαγών.
Όσον αφορά δε, τον «ευρωπαϊκό μέσο όρο» που συχνά επικαλείται η κυβέρνηση για να δικαιολογήσει με εντελώς στρεβλό τρόπο τις πολιτικές της, να επισημάνουμε ότι και σε αυτή την περίπτωση (όπως και με το θέμα του κατώτατου μισθού) στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίστροφο, καθώς στη χώρα μας, πλέον, σύμφωνα και με στοιχεία της ΟΤΟΕ, αντιστοιχεί ένας τραπεζοϋπάλληλος σε 292 κατοίκους, ενώ στην ευρωζώνη ένας στους 185 κατοίκους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει δεσμευτεί ήδη ότι θα καταργήσει τον πρόσφατο αντεργατικό νόμο, θα ρυθμίσει όλα τα δικαιώματα για τους εργαζόμενους που βρίσκονται στην πιο δύσκολη διαπραγματευτική θέση (εργολαβικοί κ.α.), θα ενισχύσει το ΣΕΠΕ και θα αναβαθμίσει τον θεσμό των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας για την πραγματική προστασία του κόσμου της εργασίας και την επίτευξη ουσιαστικής και πραγματικής κοινωνικής συνοχής.
Scroll Up